αμάραντο


αμάραντο
[амарандо] ουσ. о. бессмертник.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμάραντο" в других словарях:

  • Αμάραντο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 900 μ., 205 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καστανιάς …   Dictionary of Greek

  • Hymne Olympique — L’hymne olympique (en grec : Ολυμπιακός Ύμνος) est l’hymne des Jeux olympiques modernes, composé par Spýros Samáras et écrit par Kostís Palamás. Il fut joué pour la première fois lors des Jeux de la Ire Olympiade à Athènes en 1896[1]. D… …   Wikipédia en Français

  • Hymne olympique — L’hymne olympique (en grec : Ολυμπιακός Ύμνος) est l’hymne des Jeux olympiques modernes, composé par Spýros Samáras et écrit par Kostís Palamás. Il fut joué pour la première fois lors des Jeux de la Ire Olympiade à Athènes en 1896[1]. D… …   Wikipédia en Français

  • Himno Olímpico — Información general Portada del Himno Olímpico por Spyros Samaras, 1896. El Himno Olímpico (en griego Ολυμπιακός Ύ …   Wikipedia Español

  • Olympic Hymn — English: Olympic Anthem Official anthem of Olympic Games Also known as Greek: Ολυμπιακός Ύμνος French: Hymne Olympique Lyrics …   Wikipedia

  • αμάραντος — Γένος φυτών της οικογένειας των αμαραντιδών (δικοτυλήδονα), με 50 είδη που ζουν στις θερμές χώρες. Φυτά ποώδη, μονοετή ή πολυετή, αποκτούν συχνά αρκετό μέγεθος, έχουν φύλλα επαλλάσσοντα και άνθη αρρενοθήλεα ή διαφορετικού φύλου αλλά μόνοικα,… …   Dictionary of Greek

  • αμαραντοειδής — ές [αμάραντος] αυτός που μοιάζει με αμάραντο …   Dictionary of Greek

  • βλίτο — Μονοετής πόα της οικογένειας των αμαραντιδών, γνωστό με την επιστημονική ονομασία αμάραντο το β.Το ύψος του φτάνει τα 30 έως 70 εκ. Έχει βλαστό διακλαδισμένο, φύλλα μακρόμισχα, ωοειδή ή ρομβοειδή, ακέραια, πράσινα, συχνά με ωχρές κηλίδες. Τα άνθη …   Dictionary of Greek

  • πρόληψη — Mε αυτόν τον όρο χαρακτηρίζεται κάθε πράξη ή πίστη με μαγικό ή θρησκευτικό χαρακτήρα, που βρίσκεται έξω ή σε αντίθεση με την επίσημη θρησκεία μιας κοινωνικής ομάδας. Η έννοια της π. είναι σχετική –εφόσον έχει ως όρο αναφοράς την κάθε φορά επίσημη …   Dictionary of Greek

  • τεύκριο — (teucrium). Θάμνος της οικογένειας των χειλανθών ή λαμπιατών (δικοτυλήδονα). Η επιστημονική του ονομασία είναι τ. το θαμνώδες. Φτάνει σε ύψος μεγαλύτερο του μέτρου και έχει βλαστούς λευκούς και χνουδωτούς φύλλα απλά, ακέραια, αειθαλή, πρασινωπά… …   Dictionary of Greek